Μπράιτον


Μπράιτον
(Brighton). Πόλη (154.942 κάτ.) της Αγγλίας στην κομητεία του Σάσεξ. Απέχει 82 χλμ. από το Λονδίνο και θεωρείται από τις ωραιότερες παράλιες πόλεις της Μεγάλης Βρετανίας. Αξιόλογα ιδρύματά της είναι το Κολέγιο Μπράιτον, το ενυδρείο και το μουσείο. Ιστορία. Η πόλη είναι γνωστή από την αρχαιότητα· την είχαν μάλιστα καταλάβει οι Ρωμαίοι. Όταν ο βασιλιάς της Αγγλίας Γεώργιος Δ’ ήταν πρίγκιπας της Ουαλίας, έχτισε στην πόλη ανάκτορο, το γνωστό ως Περίπτερο του Γεωργίου. Το ανάκτορο αυτό στοίχισε ένα εκατομμύριο λίρες της εποχής. Το 1850 το αγόρασε από το Στέμμα ο δήμος της πόλης, ως ιστορικό κτίριο. Στην εύνοια άλλωστε του Γεωργίου οφείλεται και η εξέλιξή της σε κοσμική λουτρόπολη. Ο λόρδος Βύρων και πολλοί διάσημοι άντρες της εποχής του, πήγαιναν τακτικά σ’ αυτήν. Στον B’ Παγκόσμιο πόλεμο η πόλη γνώρισε σφοδρούς γερμανικούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς και έπαθε μεγάλες ζημιές.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εξωτισμός — Τάση επιλογής, στην καλλιτεχνική και λογοτεχνική παραγωγή, θεμάτων και μοτίβων, γεγονότων και μορφών, συνηθειών και τοπίων άλλων χωρών, εξαιρετικά πλούσιων σε γραφικότητα και τοπικό χρώμα, έτσι που, με τη συνδρομή του στοιχείου του ερωτισμού ή… …   Dictionary of Greek

  • διακόσμηση — Ο εξωραϊσμός, το στόλισμα, η επίθεση στολιδιών σε ένα οικοδόμημα. Δ. χαρακτηρίζεται οτιδήποτε συμπληρώνει τη βασική κατασκευή ενός κτιρίου, στολίζοντας ή εμπλουτίζοντας την εξωτερική ή εσωτερική επιφάνειά του. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δ. έχει… …   Dictionary of Greek

  • Άντισον, Τόμας — (Thomas Addison, Λονγκμπέντον, Νιούκαστλ 1793 – Μπράιτον 1860). Άγγλος γιατρός. Διδάκτορας της ιατρικής, συνέβαλε σημαντικά με τις εργασίες του στην πρόοδο της ενδοκρινολογίας. Το 1855 κατόρθωσε να εντοπίσει στη βλάβη του φλοιού των επινεφριδίων… …   Dictionary of Greek

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Σόντυ, σερ Φρέντερικ — (Soddy). Άγγλος φυσικοχημικός (Ήστμπορν, Σάσεξ 1877 Μπράιτον 1956). Σπούδασε στο πανεπιστημιακό Κολέγιο της Ουαλλίας και μετά στην Οξφόρδη. Από το 1900 έως το 1902 ήταν βοηθός του Ράδερφορντ στο πανεπιστήμιο Μακ Γκιλ του Μόντρεαλ. Την εποχή… …   Dictionary of Greek

  • Σπένσερ, Χέρμπερτ — (Spencer). Άγγλος θετικιστής και εξελικτικός φιλόσοφος (Ντέρμπι 1820 Μπράιτον 1903). Αυτοδίδακτος και διαπαιδαγωγημένος σε αντικονφορμιστικό περιβάλλον, διαμόρφωσε τις απόψεις του με τη μελέτη των φυσικών επιστημών. Μηχανικός των σιδηροδρόμων,… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.